1 definition by DG1680

Dwane (noun)

Refers a person that exhibits a profound sense of humor accompanied by amazing intelligence complemented by an outrageous sex appeal.

A Dwane is the best person you have ever met or will ever meet. Plain and simple a Dwane is just better than you are.
The party was boring until Dwane arrived.

Dwane is one funny mofo fo sho and is extremely hot, I wish I could date a Dwane.
από DG1680 4 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×