1 definition by DGC01

To engage in an uncontrollable series of of shrill laughs, which are often uncomfortable to the ear. Sometimes abbreviated to "CF."
My boss's friend just called him for a 20 minutes cacklefest. I had to close the door to his office to dull my headache.
από DGC01 2 Ιούλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×