1 definition by Dan Gilbert and Delonte West

Quitness can be defined as being a witness to somebody quiting on their potential, a defined goal, or a dream.
I am a quitness to Lebron James ability to lead the Cavs to a championship. I am a quitness to Lebron James being a role model to youth.
από Dan Gilbert and Delonte West 15 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×