1 definition by Daniel Collins

A combination of the word wicked meaning amazing, and the word lovely meaning delightful. Can be used when praising or ending a conversation. This term dates back to the early 17th Century, mainly used by the Goodacre-ans.
"Alright, wicked-lovely, cheers Dan"
από Daniel Collins 11 Απρίλιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×