1 definition by Dankeshane1971

(interjection, noun, intransitive verb, transitive verb) A word expressing extreme joy, excitement or happiness. Created in 2009, it is a slang widely used on Facebook and other social networks.
"I just won $5.00 on a lottery ticket! Whoopang!"
από Dankeshane1971 5 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×