1 definition by Dante Greene

a term used in American college athletics for players, usually freshmen, withheld from competition in order to delay the beginning of their 4-year eligibilty period
He had a great spring training season, but the coach decided to redshirt him anyway.
από Dante Greene 15 Μάρτιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×