1 definition by Daragh Malone

Verb. High level white collar crime or official corruption involving theft of cash or illegal payments. Refers to the subject stuffing as much cash as they can into their trousers before they get caught.
That bastard politician trousered millions from us taxpayers then fucked off to Argentina!
από Daragh Malone 3 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×