1 definition by Dat_Nig_t

The combination of ghetto and ratchet. The point where you serpass ghetto and approch ratchet.
The art of wraping your 8 month old daughter's hair is ratchetto.
Drinking coffee from a gatorade bottle is ratchetto.
If you wear open toe heals and your nails hang over the front scraping the concrete, you are ratchetto.
από Dat_Nig_t 11 Ιούλιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×