1 definition by Dave Spreefelt

Deliberately ambiguous or evasive language. see: doubletalk.
He wouldn't give me a firm committment to do the job, just some doublespeak about how he "might be available next week."
από Dave Spreefelt 5 Δεκέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×