1 definition by Dazzle42

Salt (adjective); Ridiculous, insane, wacky, zany, absurd, nutty, harebrained.

Carrot (Adjective); To be or act of douche-like nature.
"Man, he invited himself with us again? what a salty carrot."
από Dazzle42 16 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×