1 definition by Deej13

1) LOL, JK - The 'textual communication' version of "Laughing Out Loud, Just Kidding". Popularly and incorrectly theorised to to actually mean "Laughing Out Loud, Joke"
1: Hey baby, here have a turn on COD... LOL jk, go back to the kitchen

2: gonna get drunkkkkkkkkkk this weekend!!!! LOL jk im muslim
από Deej13 13 Μάιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×