1 definition by Definition of Slut

1. A person who acts idiotically.
2. Someone who is an asshole.
3. Reffering to a bag of Cunt/whore
- "Julie slept with eight guys in one night, what a cunt-bag.
από Definition of Slut 7 Σεπτέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×