1 definition by Denise Trott

An enormous crap; redolent of the piles of manure found around gypsy encampments. Either a noun or verb.
"Get out of my way, I feel a gyp coming!"
"I feel an urgent need to gyp."
από Denise Trott 15 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×