2 definitions by Dev_knows

1. from 'cackela' ancient ponthian word for balls.

2. testicles, balls, two eggs in a hanky,nads, scrote, nuts
i was walkin' down the street, saw this chick & told her to play with my cackles
από Dev_knows 11 Μάιος 2006
1. person with no intellectual capacity.
2. person incapable of fore thought.
3. useless, tiresome & sad individual.
4. worthless human
man, you are a fuckin' SPAK
από Dev_knows 11 Μάιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×