1 definition by Devi333

Om
1. to bite without teeth
girl1: Hey she so just ommed his shoulder
girl2: But he didnt get hurt
girl1: Thats cuz she didnt use teeth
από Devi333 20 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×