1 definition by Dingjob

To take up the slack. To pull in or make taut a loose section of a rope, line, wire, etc.

verb

1. to make tighter, or more tense or taut, as a rope; remove slack;
Cason noticed slack in the tow rope and yelled, "go slack".
από Dingjob 20 Μάρτιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×