1 definition by DoctorMarioN64

The act of fucking a woman and pulling out just before she comes to orgasm then getting up and leaving, thereby robbing her of the joys of sex as a gypsy would do.
Wilson's mom got a gypsy blessing the last time she went to the market
από DoctorMarioN64 6 Δεκέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×