1 definition by Dory Punter

(verb) to geed, geedify, geeded. To alter a photograph using Photoshop or other graphics application.
Did you geed that pic?

or

I was geeded in the forums last night.
από Dory Punter 5 Δεκέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×