1 definition by Dr. Doal Gnob

Top Definition
The act of "snot rocketing", or projecting semen out of a womans nose after a man ejaculates in said woman's nasal cavity.
"Did you hear about Sara? She took that load in the nose from John and started borking everywhere!!!"
#bork #nose #jizz #borked #borker
από Dr. Doal Gnob 27 Ιανουάριος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×