1 definition by Dreads65

the act of being ratchet, doing ratchet things in a non ratchet setting
girl twerking in Wal-Mart
bystanders: do you see this ratchetivity smh
από Dreads65 6 Μάιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×