1 definition by DrowsyKitten

A misspelling of the word "bosom". Common in the Midwest USA, this modern misspelling is generally only used by illiterate oafs or the occasional inbred moron.
(She) turns to me with heaving bussom aglow.
από DrowsyKitten 17 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×