1 definition by Dubby the Second

A state of being faceless, when the shirt is raised over the face.
She wanted to take a sick picture in front of a cop car, so she got shirtfaced.
από Dubby the Second 23 Ιανουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×