1 definition by Elisebeth No Last Name

Top Definition
Skronk (or skronking) is to annoy someone to death. Like.. to the point where you want to kick them out of your diner.
Man: But how can I do it if I don't know what it is?!

idiot skronker...
από Elisebeth No Last Name 4 Σεπτέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×