1 definition by EmHanTessJillBrookeHan

pah-kan-j= pronunciation
The act of chugging soda while nakedly urinating.
Can also mean the act of taking a hot shower while juggling grapes in your mouth.
Yesterday, George wanted to juggle grapes but had to take a shower, so he pakonged to get both done.
από EmHanTessJillBrookeHan 10 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×