1 definition by Engine-ear

Lizzing is a combination of laughing and whizzing, it happens when you're laughing so hard you start whizzing a little too.
I saw Joanie trip and fall down the stairs while carrying a large stack of papers and it was funny I started lizzing.
από Engine-ear 26 Μάρτιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×