1 definition by Eptomologizzle

A small article of clothing worn by a homosexual man under a swimsuit or alone. Especially used at nighttime.
When I went swimming with Peter, he was wearing the sexiest diphthong.
από Eptomologizzle 10 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×