1 definition by EricInSeattle-ish

term for a group of male homosexuals (gays), ca. 2009 in Seattle, WA, USA.
"Look, dear, it's a flourish of gays in their native habitat!"

"The flourish of gays paused briefly at the store window before breezing on to the next attraction."
από EricInSeattle-ish 30 Νοέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×