1 definition by FemaleChmosky

KU
KU, formally defined as knocked up, or perhaps in this case "preggers" is more appropo.
BM: I guess we're no going to Cancun this year, I can't brush my teeth with wine now that I'm KU.

--------------------

Becky: Cancel the Bachelorette Party
Mer: Why
Becky: I can't get KOD now that I'm KU
από FemaleChmosky 19 Ιούνιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×