1 definition by Frank Wilson

Adj. Used to describe a temporary loss of short-term memory.
I was about to answer her when I suddenly had a brainfart.
από Frank Wilson 11 Σεπτέμβριος 2002

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×