1 definition by Friend of the Peacock

p-cok'd verb; the act of drinking a little too much and remembering far too little....
Dude. I so peacocked when I was in Toronto.
από Friend of the Peacock 9 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×