1 definition by Gene07

lolbomb - verb

An explosion of laughter. Like the "f-bomb" but with a ligher/less hostile meaning.
I said a funny joke and everyone just dropped the lolbomb
από Gene07 19 Ιούλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×