Εγγραφή Greek
Ψάξε όποια λέξη θες, όπως 420:

1 definition by GeniuZ

 
1.
a cigarette
I'm going to have a BOGE. I just BOGED. Let's go BOGE (have a smoke.)
από GeniuZ 28 Μάρτιος 2009
51 33