1 definition by Gidgidonihah

Top Definition
An old person that takes up room in the hospital and doesn't have the common decency to die.

Definition taken from an episode of Scrubs.
Dr. Cox: Oh! Looky here! Tell me sir, what is it that brings Dr. Dorians favorite gomer back to the hospital?
Gomer: Pickles!
από Gidgidonihah 13 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×