1 definition by GooseHoffman

(v.) To cause bodily harm to oneself. Including but not limited to: accidentally shooting oneself, stabbing and other accidents resulting in injury.

In reference to Giants wide receiver Plaxico Burress who accidentally discharged his firearm into his own leg.
Sven got plaxicoed while fumbling with his gat.
από GooseHoffman 3 Δεκέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×