1 definition by Graphics4612

Noun: A force of dominance

Verb: To banks is to force dominance through sheer size and intimidation. And/or to threaten through use of insults predominately of ones mother.
He banksed his way to the front of the line while also threatening to banks everyones mothers if they dont get the hell out of the way
από Graphics4612 21 Ιανουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×