1 definition by H. T. Schmerdtz

The inability to identify the gender of the short-haired, slightly masculine female ahead of you in line, or, conversely, the inability to guess the gender of the long-haired, beardless male stoner checking out the bong selection.
Trey: "Blaise, look; that guy's got boobs!"

Blaise: "Uhm...that's not a guy."

Liam: Laughing, "Second case of genderplex, today, dude."
από H. T. Schmerdtz 13 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×