1 definition by HelpMeIveBeenFuddled

The fuddling of ones butt. A physical or handshake for your butthole.
That doctor completely buttfuddled me.

I was bored so I decided to buttfuddle the dog.
από HelpMeIveBeenFuddled 24 Σεπτέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×