1 definition by Herpaids

had
The act of flipping someone else's bag or purse inside-out and tossing it in a high place, such as a tree.
Jill knew she'd been had when she saw her purse in the tree.
από Herpaids 20 Νοέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×