1 definition by Heyjas08

The act of masterbating rigorously in order to ejaculate on potential ghosts, leaving them covered in a white substance that sticks to the apparition, therefore, revealing any invisible ghosts.
"I would never have seen grandma again if I hadn't been ghost hunting in the abandoned old house."
από Heyjas08 30 Σεπτέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×