1 definition by Hrugnir teh pwnage mastah

To totally own someone.

A mispelling of "own", since p is next to o on the keyboard.
Man, you really pwned my pants off!

Wow! This is Total Pwnage

I pwned yo mama last night yo.
από Hrugnir teh pwnage mastah 20 Μάρτιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×