1 definition by HunterDowner

Hangstart: repeatedly drinking alchoholic beverages knowing it wont feel good in the morning.

Variations:Hangbeginning,Hangsoon,hang-gonna-hurt-tommorow(mostly used in places of asian origin)
Before:"Duuuude!were gonna party all night total hangstart!"

After:"we knew we were hanstarting why'd did we keep drinking!?"
από HunterDowner 17 Ιούνιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×