1 definition by Ian Jonse

verb. the act of propelling dirt between the legs with the fore paws so that the genital area becomes covered with a light film of dust
Carolina Dingos are notorious ball dusters. Carolina Dingos love to burrow in the ground and as they burrow and excavate these nests they always end up ball dusting.
από Ian Jonse 13 Ιούνιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×