1 definition by Illuminaticus

(ancient; Latin) Lars,(Lartis), an Etruscan name. Also a Lar was the spirit of a particular place or thing in the Roman animistic system.

Probably the derivation of the modern name 'Larry'
Lars was an Etruscan warrior.

The Lar of their house is angry, we will appease it with an offering.
από Illuminaticus 10 Ιούλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×