1 definition by Im tha bone cracker

Top Definition
The act of of putting one's finger up another's ass.
James was caught duking her.
#duke #duked #dukage #dukeing #dukeage
από Im tha bone cracker 13 Ιούνιος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×