2 definitions by J Chris Campbell

Slowed down. To slow down. See also Bogged.
This large old lady on my back really bogs me down.
από J Chris Campbell 18 Ιανουάριος 2004
Old country word for crap.
Don't step in that cow snoochie.
από J Chris Campbell 18 Ιανουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×