1 definition by J Kimball

lengthy masturbation sessions which result in the room taking on an unfavorable after-sex smell such as bologna or undercooked pork.
I know he's in there but he's not answering his door. He's obviously cooking porkchops in there.
από J Kimball 11 Αύγουστος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×