1 definition by J. Penrovich

One who horks. To hork is to utter the sound "hork!" in a plaintive manner as in an appeal for affection, or in an emphatic manner as when greeting friends.
My wife and I have become avid horkers, which has puzzled our friends somewhat.
από J. Penrovich 8 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×