1 definition by JBock

A person who uses Twitter as a means for gaining physical gratification. A form of SEXTing.

An action by which someone uses Twitter to gain physical gratification.

Noun Forms: TWERK, TWERKER, TWERKS
Verb Forms: TWERK, TWERKED, TWERKING, TWERKS
On #ManCandyMonday" and "Follow Friday", I Twerked off real good.

Joaquin was caught Twerking off last night with some Twerk he met on Twitter.
από JBock 3 Οκτώβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×