1 definition by James Whale

A hybrid of "pixel" and "Luddite", this term refers to a computer user who is either unwilling to use a higher display resolution through fear of change, or is unaware of the benefits of a higher setting.
Janet: "I really like my screen set to 800x600."

John: "Oh, don't be such a pixelite."
από James Whale 15 Δεκέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×