1 definition by Jamie Davidson

Lulz is a typographical subversion of the word "lol", meaning to Laugh Out Loud, thus emphasising the humour derived from the subject by way of making the original word sillier.
Megalulz ensue.
Citizens of Hiroshima and Nagasaki: "Why Truman? Why the bomb? It killed thousands of innocent women and children"

President Harry Truman: "I did it for the lulz"
από Jamie Davidson 2 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×